Η απορριπτική απόφαση του ΕΔΔΑ στην πιλοτική προσφυγή ορισμένων επενδυτών συνιστά αρνητικό οιωνό και για τις αναμενόμενες αποφάσεις των υπολοίπων αιτήσεων κατόχων ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου που εκκρεμούν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Εντούτοις, η απορριπτική αυτή απόφαση μπορεί να καταστεί οριστική μόνο εφόσον εντός τριμήνου από τη δημοσιοποίησή της, ουδείς διάδικος ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του Δικαστηρίου, επικαλούμενος είτε ένα σοβαρό ζήτημα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της σύμβασης ή του ΠΠΠ, είτε ένα σοβαρό ζήτημα γενικής φύσης.
Εφ όσον λοιπόν κατατεθεί τέτοια αίτηση στη γραμματεία του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο θα επιληφθεί επί του παραδεκτού της αίτησης προκειμένου αυτή να παραπεμφθεί στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης το οποίο θα δικάσει και θα εκδώσει απόφαση επί της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΕΣΔΑ.
Εν αναμονή της αντίδρασης των ενδιαφερομένων εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας παρακολουθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στο θέμα αυτό καθώς επίσης και σε εθνικό επίπεδο την έκβαση των αστικών αγωγών που έχουν αρχίσει να κατατίθενται κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων από ομολογιούχους.
Στις διεκδικήσεις αυτές τα πολιτικά δικαστήρια καλούνται να εξετάσουν αν υφίστανται εκ μέρους των τραπεζών παραβιάσεις των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης που απορρέουν από το προστατευτικό πλέγμα των διατάξεων της MiFID και του ν.3606/2007 και επικουρικώς από τη γενική αρχή της καλής συναλλακτικής πίστης (ΑΚ288). Επιπροσθέτως έχουν κατατεθεί αρκετές καταγγελίες ομολογιούχων ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς –η οποία συνιστά την εθνική εποπτεύουσα αρχή των Τραπεζικών Ιδρυμάτων- και ένας σημαντικός αριθμός από αυτές έχει γίνει δεκτός επιβάλλοντας πρόστιμα σε πιστωτικά ιδρύματα για έλλειψη προσυμβατικής ενημέρωσης του επενδυτή.